Η Javascript πρέπει να είναι ενεργοποιημένη για να συνεχίσετε!
Τόπος

ΑΜΦΙΣΣΑ

H Άμφισσα είναι η πρωτεύουσα της Περιφερειακής Ενότητας Φωκίδας και της τέως επαρχίας Παρνασσίδας, με πληθυσμό 6.919 κατοίκους (Απογραφή 2011). Βρίσκεται στο βόρειο άκρο του Ελαιώνα της Άμφισσας, δηλαδή του αρχαίου Κρισαίου Πεδίου, στους πρόποδες του βουνού Έλατος της Γκιώνας, ενώ ανατολικά της βρίσκεται ο Παρνασσός. Η Άμφισσα είναι τοποθετημένη νότια της Λαμίας, βορειοδυτικά της Λιβαδειάς και των Δελφών, βορειοανατολικά της Ναυπάκτου και ανατολικά του Λιδωρικίου. Το επίνειό της είναι η Ιτέα, η οποία απέχει 13 χιλιόμετρα και με την οποία η Άμφισσα συνδέεται οδικά.

Διοικητικά η Άμφισσα είναι η έδρα του Δήμου Δελφών και της Περιφερειακής Ενότητας Φωκίδας. Η Δημοτική Ενότητα Άμφισσας έχει συνολικό πληθυσμό 8.370 κατοίκους και περιλαμβάνει τα χωριά Αγία Ευθυμία, Άγιος Γεώργιος, Άγιος Κωνσταντίνος, Δροσοχώρι, Ελαιώνας, Βίνιανη, Μοναστήρι, Προσήλιο και Σερνικάκι.

Παλιότερα, οι κάτοικοι ασχολούνταν με επαγγέλματα όπως η βυρσοδεψεία, η κωδωνοποιία και η σχοινοποιία, για τα οποία η Άμφισσα ήταν γνωστή, ενώ σήμερα υπάρχουν ελάχιστοι που ασχολούνται με αυτά. Το μεγαλύτερο μέρος των κατοίκων της ασχολείται με την καλλιέργεια της ελιάς, αφού υπάρχει στην περιοχή τεράστια συνεχόμενη έκταση με ελιές, η οποία ονομάζεται "Ελαιώνας της Άμφισσας", όπου παράγονται οι "ελιές Αμφίσσης", και η οποία προστατεύεται ως μέρος του Δελφικού Τοπίου.

 

Προέλευση ονόματος

Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, ο οποίος αναφέρει πως Ἄμφισσα ὀνομάσθη διὰ τὸ ὄρεσιν περιέχεσθαι, η ονομασία της Άμφισσας προέρχεται από το ρήμα ἀμφιέννυμι, που σημαίνει 'περιβάλλω', επειδή η πόλη περιβάλλεται από βουνά (Γκιώνα και Παρνασσός). Κατά τη μυθολογία, η πόλη οφείλει το όνομά της στην Άμφισσα, κόρη του Μάκαρος και ερωμένη του θεού Απόλλωνα.

Στις αρχές του 13ου αιώνα και με την έναρξη της Φραγκοκρατίας στην Ελλάδα, η Άμφισσα μετονομάστηκε από τους Φράγκους κατακτητές σε La Sole και στα ελληνικά (τα) Σάλωνα. Για την προέλευση της ονομασίας Σάλωνα, η οποία διατηρήθηκε μέχρι και το τέλος της Τουρκοκρατίας, υπάρχουν διαφορετικές εκδοχές. Μία από αυτές υποστηρίζει πως το όνομα αποτελεί παραφθορά της λέξης Σαλονίκη και δόθηκε στην Άμφισσα από τον Βασιλιά της Θεσσαλονίκης, Βονιφάτιο Μομφερρατικό, ο οποίος κατέλαβε την Άμφισσα και την υπόλοιπη νότια Ελλάδα. Σύμφωνα με μία άλλη εκδοχή, η ονομασία προέρχεται από τη συνεκφορά έσω αλώνια, με την οποία αναφέρονταν οι κάτοικοι σε περιοχή της Άμφισσας, η οποία παρεφθάρει σε εσάλωνα και σάλωνα, κατά το Σεπόλια (έσω πόλις). Τέλος, υπάρχει η άποψη πως η νέα ονομασία της πόλης προέρχεται από τη λέξη σάλος που σημαίνει 'τράνταγμα' (τα σάλωνα, δηλαδή 'που τραντάζονται, σαλεύουν'), εξαιτίας των πολλών σεισμών που συνέβαιναν στην περιοχή. Μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας, η πόλη ξαναπήρε επίσημα το αρχαίο όνομα Άμφισσα το 1833.

 

Ιστορία

Αρχαίοι και ρωμαϊκοί χρόνοι

Η ιστορία της Άμφισσας ξεκινάει από την αρχαιότητα, αφού κατοικείτο από τους πανάρχαιους χρόνους όπως μαρτυρούν τα "Κυκλώπεια Τείχη" της Ακρόπολής της αλλά και η αναφορά του Παυσανία σε δύο αξιομνημόνευτους τάφους που υπήρχαν στην πόλη, της Άμφισσας και του Ανδραίμονος, που ήταν πατέρας του βασιλέα των Αιτωλών και ήρωα του Τρωικού πολέμου, Θόαντος. Η Άμφισσα αποτελούσε μεγάλη πόλη-κράτος και πρωτεύουσα των Εσπερίων ή Οζολών Λοκρών. Ο Ηρόδοτος την αναφέρει ως "ύπερθεν του Κρισαίου πεδίου".

Από τον 8ο αιώνα π.Χ., διατηρούσε εμπορικές σχέσεις με την Κόρινθο και με πόλεις της βορειοδυτικής Πελοποννήσου. Τον 7ο αιώνα π.Χ. η Άμφισσα οργανώθηκε ως πόλη-κράτος με τις τέχνες και το εμπόριο να γνωρίζουν άνθηση που διήρκεσε για τρεις αιώνες. Το 653 π.Χ. κάτοικοι της πόλης και της ευρύτερης περιοχής μετανάστευσαν στην Κάτω Ιταλία όπου ίδρυσαν την αποικία των Επιζεφύριων Λοκρών, μια πόλη που υπάρχει μέχρι σήμερα με το όνομα Locri. Στον Πελοποννησιακό Πόλεμο (431 π.Χ. - 404 π.Χ.), οι Αμφισσείς τάχθηκαν με το μέρος των Σπαρτιατών εναντίον των Αθηναίων. Το 338 π.Χ. η Άμφισσα καταστράφηκε από τον Φίλιππο Β' της Μακεδονίας, ο οποίος έχοντας κληθεί από τους Αμφικτύονες και ως προϊστάμενος του Αμφικτυονικού Συνεδρίου των Δελφών, κατά τον Δ' Ιερό Πόλεμο την κατέσκαψε εκ θεμελίων και γκρέμισε την ακρόπολή της, ως τιμωρία επειδή οι Αμφισσείς είχαν καταδικαστεί για ασέβεια και αρνούνταν να πληρώσουν πρόστιμο, εξαιτίας του ότι είχαν καλλιεργήσει παράνομα κτήματα του Κρισαίου Πεδίου που ανήκαν στους Δελφούς.

Η πόλη ανοικοδομήθηκε και αποτέλεσε μέρος της πανίσχυρης Αιτωλικής Συμπολιτείας, από τον 3ο αιώνα π.Χ., και μια από τις σπουδαιότερες πόλεις της, με την οποία πήρε μέρος, το 278 π.Χ., στη νικηφόρα μάχη κατά των Γαλατών, που εδραίωσε την κυριαρχία της Συμπολιτείας στον Ελληνικό χώρο. Κατά τον 2ο αιώνα π.Χ. η Άμφισσα γνώρισε τη μεγαλύτερη ακμή της, κόβοντας δικά της νομίσματα, ενώ διέθετε Βουλή και Εκκλησία του Δήμου, όταν, σύμφωνα με το δόγμα της Ρωμαϊκής Συγκλήτου που κήρυξε στη Κόρινθο, κατά τη διάρκεια των Ισθμίων, ο Ρωμαίος ύπατος Τίτος Κόιντος Φλαμινίνος, αποτέλεσε ανεξάρτητη πόλη και πρωτεύουσα της Οζολίας Λοκρίδας. Το 190 π.Χ. ο Ρωμαίος ύπατος Μάνιος Ακίλιος Γλαβρίωνας απέτυχε να εκπορθήσει την πόλη, ενώ αργότερα, η πόλη θα συνάψει ειρήνη με τη Ρώμη και θα παραμείνει ως ανεξάρτητη πολιτείd χωρίς να πληρώνει φόρους στη Ρώμη. Την περίοδο 174 π.Χ. - 160 π.Χ. γνώρισε μεγάλες καταστροφές από τον πόλεμο μεταξύ των φιλορωμαίων Αιτωλών και των αυτονομιστών, και πολλά κτήριά της πυρπολήθηκαν. Το 27 π.Χ. ο Οκταβιανός Αύγουστος, σε ανάμνηση της νίκης του στο Άκτιο, ίδρυσε τη Νικόπολη, αλλά πολλοί Αιτωλοί δεν υπάκουσαν στη διαταγή του να εποικίσουν τη νέα πόλη και προτίμησαν να μετοικήσουν στην Άμφισσα, όπως τους υπαγόρευαν αρχαιότατοι συγγενικοί δεσμοί. Τότε η Άμφισσα απέκτησε τεράστιο πληθυσμό και έγινε μία από τις πλέον ακμάζουσες πόλεις της Ελλάδας των αυτοκρατορικών ρωμαϊκών χρόνων, ακμή που κράτησε για τουλάχιστον δύο αιώνες.

 

Βυζαντινοί και νεότεροι χρόνοι

Το Κάστρο

Στη Βυζαντινή περίοδο οι πληροφορίες για την Άμφισσα προέρχονται κυρίως από το "Χρονικό του Γαλαξειδίου", το οποίο γράφτηκε από τον Ιερομόναχο Ευθύμιο και βρέθηκε από τον Κωνσταντίνο Σάθα ο οποίος το επεξεργάστηκε και το δημοσίευσε. Η Άμφισσα δέχθηκε επίθεση από τις ορδές των Βούλγαρων του Σαμουήλ στα τέλη του 10ου αιώνα, οι οποίοι την κατέλαβαν και σκότωσαν πολλούς από τους κατοίκους της μετά την ήττα τους στο Γαλαξείδι. Το 1054 η πόλη υπέφερε από πανούκλα.

Στις αρχές του 13ου αιώνα ξεκινά η περίοδος της Φραγκοκρατίας στην Ελλάδα και η πόλη κυριεύθηκε από τον Βασιλιά της Θεσσαλονίκης, Βονιφάτιο Μομφερρατικό. Οι Φράγκοι μετονόμασαν την Άμφισσα σε La Sole και στα ελληνικά Σάλωνα, ιδρύοντας την Αυθεντία των Σαλώνων. Πρώτος κόμης των Σαλώνων ορίστηκε ο Θωμάς Α’ ντ'Ωτρεμενκούρ (1204 - 1210), ο οποίος έχτισε το πανίσχυρο Κάστρο των Σαλώνων πάνω στα θεμέλια της αρχαίας ακρόπολης της Άμφισσας, ενώ το 1210 η πόλη και ολόκληρη η περιοχή περιήλθε προσωρινά στον Δεσπότη της Ηπείρου, Μιχαήλ Α' Κομνηνού Δούκα, μέχρι το 1212, όταν η περιοχή ανακαταλήφθηκε από τους Φράγκους. Η Αυθεντία των Σαλώνων τέθηκε αρχικά υπό την επικυριαρχία του Πριγκηπάτου της Αχαΐας και από το 1278 εμφανίζεται ως υποτελής στο Δουκάτο των Αθηνών.

Το 1311, η Αυθεντία των Σαλώνων καταλήφθηκε από τους Καταλανούς, περνώντας το 1318 στα χέρια της οικογένειας Φαντρίκ, οπότε και προήχθη σε Κομητεία. Το Μάιο του 1380, καταλήφθηκε από την Εταιρεία των Ναβαρραίων για μικρό διάστημα, ενώ μετά τον θάνατο του Λουδοβίκου Φαντρίκ το 1382 και μέχρι το 1394 την εξουσία άσκησε η συζυγός του και βυζαντινή κόμισσα Ελένη Καντακουζηνή. Το 1397 η κομητεία πέρασε στα χέρια του Τούρκου σουλτάνου Βαγιαζήτ Α΄, μετά από πρόσκληση του δεσπότη Σεραφείμ προς τους Τούρκους να έρθουν να καταλάβουν τα Σάλωνα και να γλιτώσουν τους κατοίκους από τον Φράγκο δυνάστη, Κόντο. Το 1402 περίπου περιήλθε στον Δεσπότη του Μυστρά, Θεόδωρο Α' Παλαιολόγο, ο οποίος δεν είχε τη δύναμη να την κρατήσει και έτσι την πούλησε στους Ιωαννίτες Ιππότες. Κατά την περίοδο της Καταλανοκρατίας, η κομητεία διοικείτο με βάση την καταλανική νομοθεσία, είχε κατά πάσα πιθανότητα επιβληθεί στα Σάλωνα η καταλανική ως επίσημη γλώσσα, ενώ πριν το 1327 στην κομητεία των Σαλώνων είχε προσαρτηθεί το Λιδωρίκι και η Βιτρινίτσα, η οποία μάλλον λειτουργούσε ως αυτόνομο φέουδο. Το 1410 περιήλθε οριστικά στους Οθωμανούς Τούρκους. Το 1580 έγινε στην περιοχή φοβερός σεισμός που κατέστρεψε πολλά σπίτια στα Σάλωνα και τα γύρω χωριά. Την περίοδο της Τουρκοκρατίας, θα γίνουν διάφορες εξεγέρσεις στην περιοχή της Παρνασσίδας, με κυριότερη αυτή του 1687, όταν ο επίσκοπος Σαλώνων Φιλόθεος και ο αρματωλός Κούρμας θα ελευθερώσουν την περιοχή από τους Τούρκους, μέχρι το 1698 και την Συνθήκη του Κάρλοβιτς.

Η περιοχή των Σαλώνων είχε τη μέγιστη συνεισφορά στην Ελληνική Επανάσταση του 1821 με την ανάδειξη αγωνιστών όπως ο Σαλώνων Ησαΐας, ο Αθανάσιος Διάκος, ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, ο Πανουργιάς, ο Γιάννης Γκούρας, ο Γιάννης Μακρυγιάννης, ο Δυοβουνιώτης, ο Τράκας, ο Μητρόπουλος και άλλοι ενώ ήταν η πρώτη πόλη της Ρούμελης που επαναστάτησε και καταλήφθηκε από τον Πανουργιά στις 27 Μαρτίου 1821. Ανήμερα το Πάσχα, στις 10 Απριλίου 1821, το Κάστρο των Σαλώνων αλώθηκε από τους Έλληνες και έγινε το πρώτο κάστρο το οποίο επανήλθε σε ελληνικά χέρια, εξοντώνοντας τους 600 έγκλειστους Τούρκους και παίρνοντας ταυτόχρονα τα όπλα τους. Μετά την απελευθέρωση, τα Σάλωνα έγιναν η πρωτεύουσα της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδας με την ίδρυση του Αρείου Πάγου των Σαλώνων όπου ψηφίστηκε το Σύνταγμα της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδας. Το 1825 οι Τούρκοι καταλαμβάνουν ξανά τα Σάλωνα, για μερικούς μήνες, ενώ το ίδιο συμβαίνει και το 1826, από τον Κιουταχή. Τη δεύτερη φορά, οι Τούρκοι θα κρατήσουν την πόλη μέχρι το 1829, όταν και θα την παραδώσουν στον Δημήτριο Υψηλάντη. Έχοντας επίσημα ξαναπάρει το όνομα Άμφισσα, η πόλη προοδεύει και τα οθωμανικά κτίρια, μεταξύ των οποίων και έξι τζαμιά, κατεδαφίζονται, όμως ο σεισμός του 1870 γκρεμίζει πολλά παλιά κτίρια στην πόλη.

Τον Απρίλιο του 1941, ύστερα από βομβαρδισμό (στις 25 Απριλίου, που όμως δεν είχε θύματα ή ζημιές), οι Γερμανοί καταλαμβάνουν την πόλη και την παραδίδουν στους Ιταλούς, μέχρι τον Ιούλιο του 1943 που η πόλη περνά υπό Γερμανική κατοχή. Στα χρόνια της κατοχής από τους Ιταλούς και Γερμανούς κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, η πόλη και η γύρω περιοχή δοκιμάστηκε άσχημα και υπήρξαν καταστροφές (κάψιμο χωριών, εκτελέσεις) σε γειτονικά χωριά (Αγία Ευθυμία, Βουνιχώρα, Σεγδίτσα κλπ.). Από την άλλη, στα γύρω βουνά (Γκιώνα και Παρνασσό) έδρασε οργανωμένο αντάρτικο, το οποίο είχε και νικηφόρες μάχες εναντίον των κατακτητών (Ρεκά, Καρούτες). Τον Οκτώβριο του 1943, οι Γερμανοί αναγκάζονται να αποχωρήσουν από την πόλη και στην συνέχεια και τη γενικότερη περιοχή, που θα παραμείνει ελεύθερη μέχρι τον Φεβρουάριο του 1944, όταν και οι Γερμανοί επανέρχονται. Η οριστική αποχώρηση των Γερμανών από την πόλη, θα γίνει στις 15 Οκτωβρίου του 1944. Η πόλη, επίσης, δοκιμάστηκε και στον Εμφύλιο πόλεμο με πολλές απώλειες για τους κατοίκους της.

 

 

Ήθη και έθιμα

Κατά τις Απόκριες πραγματοποιούνται στην πόλη λαϊκά δρώμενα, τα οποία σχετίζονται με θρύλους των βυρσοδεψών. Την τελευταία Κυριακή της αποκριάς πραγματοποιείται το "Καρναβάλι της Άμφισσας", με παρέλαση αρμάτων και το κάψιμο του καρνάβαλου στην πλατεία, που καταλήγει σε λαϊκό γλέντι με χορούς και τραγούδια αφού προσφέρονται ελιές και άφθονο κρασί. Το προηγούμενο βράδυ, γιορτάζεται η νύχτα των στοιχειών της Χάρμαινας, με τα στοιχειά (ξωτικά, νεράιδες, ξυλένιοι, αχυρένιοι, αράπηδες κ.α.) να κατεβαίνουν μέσα στις μαύρες φορεσιές τους σέρνοντας βαριές αλυσίδες και κρατώντας αναμμένες δάδες, και να περιηγούνται στους δρόμους, βυθίζοντας την πόλη σε μια μυστηριακή και υποβλητική ατμόσφαιρα, σε μια δραματική αναπαράσταση που ζωντανεύει τους θρύλους για τα "στοιχειά" που στην περιοχή είχαν πάντα μεγάλη διάδοση. Το σπουδαιότερο στοιχειό που είναι συνδεδεμένο με την παράδοση της περιοχής είναι το στοιχειό της Χάρμαινας, το οποίο ξυπνάει κάθε χρόνο τέτοια μέρα, ξεκινάει από την συνοικία Χάρμαινα όπου βρίσκονται τα παλιά ταμπάκικα, και με συνοδεία εκατοντάδων μεταμφιεσμένων φτάνει στο κέντρο της Άμφισσας όπου συναντά και αναμετράται με τα δύο άλλα μεγάλα στοιχειά της πόλης, αυτά της Τέχολης και του Γκιριζιού, ενώ σε διάφορα σημεία της πόλης μέσα σε μεγάλα καζάνια βράζει ο πατσάς που σερβίρεται στους επισκέπτες με την συνοδεία άφθονου ντόπιου κρασιού. Επίσης στην διάρκεια των αποκριών οργανώνεται κυνήγι κρυμμένου θησαυρού με χορό και παντομίμα όπου παίρνουν μέρος πολλές ομάδες παιδιών με έντονο ανταγωνισμό και πολύ κέφι.

  

Προσωπικότητες

Η πόλη γέννησε επίσης μεγάλους διανοούμενους και πολιτικούς όπως ο Αλέξανδρος Δελμούζος ο οποίος ξεχώρισε ως παιδαγωγός, ο Γιαγτζής ο οποίος εξελίχθηκε σε μεγάλο οικονομικό παράγοντα και ευεργέτησε την πόλη, ο ακαδημαϊκός Χρήστος Καρούζος, ενώ ο Σπύρος Παπαλουκάς άφησε πολύτιμο έργο στην Άμφισσα.

 

Αξιοθέατα

- το Κάστρο των Σαλώνων ή Κάστρο της Ωριάς, όπου βρισκόταν και η ακρόπολη της αρχαίας Άμφισσας από την οποία διατηρούνται λείψανα των αρχαίων Κυκλώπειων Τειχών

- ο Βυζαντινός Ναός του Σωτήρος, χτισμένος τον 11ο αιώνα μ.Χ. σε απότομη πλαγιά, 3 χλμ μακρυά από την πόλη, με τοίχους από πωρόλιθο

- ο Μητροπολιτικός Ναός του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου στο κέντρο της πόλης με τις περίφημες τοιχογραφίες του Σπύρου Παπαλουκά

- η παλιά συνοικία των βυρσοδεψών, Χάρμαινα. Στη συνοικία αυτή βρίσκεται και δημοτική πινακοθήκη με ανθίβολα από τις τοιχογραφίες του προηγούμενου ναού

- το παλαιοχριστιανικό Βαπτιστήριο του 3ου και 4ου αιώνα μ.Χ. δίπλα από τον Μητροπολιτικό Ναό, με ρωμαϊκά και χριστιανικά ψηφιδωτά

- ο Ναός του Αγίου Γεωργίου που βρίσκεται σε λόφο του Παρνασσού πάνω από την πόλη

- το Αρχαιολογικό Μουσείο Άμφισσας το οποίο στεγάζεται στο κτίριο όπου έγινε η Α' Εθνοσυνέλευση της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδος, με συλλογή αρχαίων και νέων νομισμάτων που αποτελεί δωρεά του Δρόσου Κραβαρτόγιαννου, ψηφιδωτά, τάφους, επιτύμβιες στήλες, επιγραφές και αντικείμενα από την εποχή του Χαλκού μέχρι και τα ρωμαϊκά χρόνια, όλα ευρήματα της περιοχής, καθώς και ένα εντυπωσιακό άγαλμα της Περσεφόνης από το αρχαίο Κάλλιο που βρίσκεται στο νομό Φωκίδας

- το Λαογραφικό Μουσείο Άμφισσας που ίδρυσε η Εταιρία Φωκικών Μελετών

- η Δημοτική Βιβλιοθήκη Άμφισσας, 40.000 τόμων, που ιδρύθηκε το 1957 από τη Φοιτητική Ένωση Φωκέων, με σπάνια βιβλία

- το πλήθος των παλιών αρχοντικών και νεοκλασικών κτιρίων με γύψινες διακοσμήσεις και αξιόλογες τοιχογραφίες λαϊκών ζωγράφων της εποχής

- βρύσες, λουτρά και άλλα κτίσματα της εποχής της Τουρκοκρατίας

- ο εντυπωσιακός, ασημόχρωμος, Ελαιώνας της Άμφισσας

 

Οι παραπάνω πληροφορίες προέρχονται από τη ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ

 

 

ΔΕΛΦΟΙ

Οι Δελφοί, κωμόπολη του Νομού Φωκίδος με πληθυσμό 2,373 κατοίκους, βρίσκεται δίπλα στον ομώνυμο αρχαιολογικό χώρο, στις νοτιοδυτικές πλαγιές του Παρνασσού, σε υψόμετρο 570 μέτρων. Παλαιότερα ο οικισμός ονομαζόταν Καστρί και ήταν χτισμένος στη θέση του σημερινού αρχαιολογικού χώρου Δελφών, ο οποίος είχε επιχωθεί. Μετά τις ανασκαφές του 1892 μεταφέρθηκε δυτικότερα και μετονομάστηκε σε Δελφούς. Τα επόμενα χρόνια ο οικισμός γνώρισε μεγάλη τουριστική ανάπτυξη, εκμεταλλευόμενος την ύπαρξη του αρχαιολογικού χώρου των Δελφών, που προσελκύει μεγάλο αριθμό τουριστών όλο τον χρόνο, ενώ τα τελευταία χρόνια η τουριστική κίνηση έχει ενισχυθεί και από την ύπαρξη των χιονοδρομικών κέντρων του Παρνασσού, που βρίσκονται σε κοντινή απόσταση. Στους Δελφούς βρίσκεται και το σπίτι της Εύας και του Άγγελου Σικελιανού, στο οποίο σήμερα λειτουργεί μουσείο αφιερωμένο στις Δελφικές Εορτές. Ο Αρχαιολογικός χώρος και η ευρύτερη περιοχή των Δελφών έχουν χαρακτηριστεί από την UNESCO ως Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς. Έδρα του Δήμου Δελφών είναι η Άμφισσα. Στην ίδια δημοτική ενότητα ανήκουν επίσης το Χρισσό, η Ιτέα, το Γαλαξίδι.

 

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ


Οι Δελφοί ήταν αρχαία ελληνική πόλη στην οποία λειτούργησε το σημαντικότερο μαντείο του αρχαιοελληνικού κόσμου. Η πόλη αναφέρεται από τους ομηρικούς χρόνους με την ονομασία Πυθώ. Στην αρχή των ιστορικών χρόνων ήταν μία από τις πόλεις της αρχαίας Φωκίδας, αλλά σταδιακά ο ρόλος της πόλης ενισχύθηκε και εξελίχθηκε σε πανελλήνιο κέντρο και ιερή πόλη των αρχαίων Ελλήνων. Αποτέλεσε επίσης κέντρο της Δελφικής Αμφικτυονίας. Οι Δελφοί διατήρησαν τη σημαντική τους θέση μέχρι τα τέλη του 4ου αιώνα μ.Χ., οπότε δόθηκε οριστικό τέλος στη λειτουργία του μαντείου με διάταγμα του αυτοκράτορα Θεοδοσίου Α'. Τους επόμενους αιώνες η πόλη παρήκμασε και εγκαταλείφθηκε οριστικά την περίοδο των σλαβικών επιδρομών.

 

Σύμφωνα με την παράδοση, στην περιοχή των Δελφών υπήρχε ιερό αφιερωμένο στη γυναικεία θεότητα της Γαίας και φύλακάς του είχε τοποθετηθεί ο φοβερός δράκοντας Πύθων. Σύμφωνα με τοπικούς μύθους κύριος του ιερού έγινε ο Απόλλωνας, όταν σκότωσε τον Πύθωνα. Στη συνέχεια ο θεός μεταμορφωμένος σε δελφίνι μετέφερε στην περιοχή Κρήτες, οι οποίοι ίδρυσαν το ιερό του. Ο μύθος αυτός σχετικά με την κυριαρχία του Απόλλωνα επιβίωσε σε εορταστικές αναπαραστάσεις στις τοπικές γιορτές, όπως τα Σεπτήρια, τα Δελφίνια, τα Θαργήλια, τα Θεοφάνεια, και τα Πύθια.

 

Τα παλαιότερα ευρήματα στην περιοχή των Δελφών έχουν εντοπιστεί στο Κωρύκειο Άντρο και χρονολογούνται στη νεολιθική εποχή (4000 π.Χ.) Από το 4.000 π.Χ. μέχρι τα Μυκηναϊκά χρόνια (1550 π.Χ.) δεν υπάρχουν ευρήματα, γεγονός που δείχνει ότι η περιοχή πιθανόν έμεινε ακατοίκητη στο διάστημα αυτό. Στο ξεκίνημα της Μυκηναϊκής περιόδου εγκαταστάθηκαν στον χώρο των Δελφών Αχαιοί προερχόμενοι από τη Θεσσαλία και ίδρυσαν οργανωμένη πόλη. Από την πόλη αυτή έχουν βρεθεί κατάλοιπα μυκηναϊκού οικισμού και νεκροταφείου. Πιστεύεται πως αντιστοιχεί στην πόλη που αναφέρεται στον κατάλογο των Νεών της Ιλιάδας, με το όνομα Πυθώ. Η Πυθώ ήταν μία από τις εννέα Φωκικές πόλεις που συμμετείχαν στον Τρωικό πόλεμο, στο πλευρό των υπολοίπων Αχαιών.

 

Με το τέλος της Μυκηναϊκής περιόδου η πόλη εγκαταλείφθηκε, όπως και πολλά ακόμα Μυκηναϊκά κέντρα της ηπειρωτικής Ελλάδας. Για τους επόμενους τέσσερις αιώνες δεν παρατηρήθηκε καμία σημαντική εγκατάσταση στην περιοχή. Τα ευρήματα παρέμειναν ελάχιστα και πολύ αποσπασματικά μέχρι τον 8ο αι. π.Χ., οπότε και επικράτησε οριστικά η λατρεία του Απόλλωνα και άρχισε η ανάπτυξη του ιερού και του μαντείου. Προς το τέλος του 7ου αι. π.Χ. οικοδομήθηκαν οι πρώτοι λίθινοι ναοί, αφιερωμένοι ο ένας στον Απόλλωνα και ο άλλος στην Αθηνά, που λατρευόταν επίσημα, με την επωνυμία «Προναία» ή «Προνοία» και είχε δικό της τέμενος. Σύμφωνα με αρχαίες μαρτυρίες και αρχαιολογικά ευρήματα, στους Δελφούς λατρεύονταν ακόμη η Άρτεμη, ο Ποσειδώνας, ο Διόνυσος, ο Ερμής, ο Ζευς Πολιεύς, η Υγιεία και η Ειλείθυια.

 

Από τον 8ο αιώνα, όταν πλέον επικράτησε η λατρεία του Απόλλωνα, το ιερό των Δελφών απέκτησε ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στον αρχαίο ελληνικό κόσμο, ενώ η επιρροή του εξαπλώθηκε σταδιακά σε ένα μεγάλο τμήμα του ευρύτερου χώρου της ανατολικής Μεσογείου. Σημαντικός αριθμός αφιερωμάτων που βρέθηκαν στους Δελφούς, προέρχεται ακόμα και από περιοχές της Συρίας και της Αρμενίας, γεγονός που μαρτυρά την έκταση της επιρροής του ιερού. Λόγω του μεγάλου κύρους του μαντείου, οι ελληνικές πόλεις κατέφευγαν σ’ αυτό για να βοηθηθούν στη λήψη σημαντικών αποφάσεων. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του αποικισμού, όπου οι μητροπόλεις κατέφευγαν στο μαντείο για να το συμβουλευτούν, για την επιλογή κατάλληλης θέσης για την ίδρυση αποικίας.

 

Το ιερό των Δελφών έγινε σταδιακά κέντρο της σημαντικότερης Αμφικτυονίας του αρχαίου ελληνικού κόσμου. Η Αμφικτυονία αυτή που έγινε γνωστή ως Δελφική Αμφικτυονία, ήταν μία ομοσπονδιακή ένωση δώδεκα φυλών με θρησκευτικό κυρίως χαρακτήρα. Συμμετείχαν σε αυτή οι φυλές της κεντρικής Ελλάδας και ηγετική θέση ανάμεσά τους κατείχαν οι Θεσσαλοί. Αρχικά είχε κέντρο της την Ανθήλη της Μαλίδας, αλλά από τα μέσα του 7ου αιώνα έκανε κέντρο της τους Δελφούς.

 

Στις αρχές του 6ου π.Χ. αιώνα η Δελφική Αμφικτυονία διεξήγαγε πόλεμο με τη γειτονική πόλη των Δελφών, την Κρίσα. Ο πόλεμος αυτός ονομάστηκε Α' Ιερός Πόλεμος και είχε ως κατάληξη την καταστροφή της Κρίσας. Αποτέλεσμα του πολέμου ήταν οι Δελφοί να αυξήσουν την πανελλήνια θρησκευτική και πολιτική τους επιρροή και να μεγαλώσουν σε έκταση, αποκτώντας εδάφη που μέχρι τότε ανήκαν στην Κρίσα. Παράλληλα μετά το τέλος του πολέμου διοργανώθηκαν για πρώτη φορά τα Πύθια, οι δεύτεροι σε σημασία πανελλήνιοι αγώνες μετά τους Ολυμπιακούς. Στα πρώτα Πύθια που διοργανώθηκαν το 586 π.Χ. δόθηκαν ως έπαθλα στους νικητές των αγώνων, χρηματικά δώρα από τα λάφυρα της Κρίσας. Από τους επόμενους αγώνες καθιερώθηκε ως τιμητικό βραβείο των νικητών το δάφνινο στεφάνι.

 

Την περίοδο των Περσικών πολέμων το μαντείο των Δελφών εξέδωσε αρκετούς δυσοίωνους χρησμούς για τις ελληνικές πόλεις, γεγονός που αποδόθηκε από μεταγενέστερους ιστορικούς σε φιλοπερσική στάση που κράτησε. Ο Ηρόδοτος αναφέρει πως οι Δελφοί δέχτηκαν επίθεση από τους Πέρσες. Συγκεκριμένα αναφέρει πως αφού ο Ξέρξης πέρασε τις Θερμοπύλες και κατευθυνόταν προς τη Φωκίδα, έστειλα ένα στρατιωτικό σώμα προς τους Δελφούς για να αποσπάσει θησαυρούς. Όταν οι Πέρσες πλησίασαν στους Δελφούς, δύο κορυφές από τον Παρνασσό αποκόπηκαν και έπεσαν πάνω τους, ενώ παράλληλα καταδιώχθηκαν από δύο τοπικούς ήρωες, τον Φύλακο και τον Αυτόνοο.

 

Οι Δελφοί παρέμειναν ανεξάρτητη πόλη μέχρι το 448 π.Χ. όταν οι Αθηναίοι βοήθησαν τους Φωκείς να εντάξουν το ιερό στην ομοσπονδία τους. Τότε οι Σπαρτιάτες αντέδρασαν με αποτέλεσμα να ξεσπάσει ο Β' Ιερός Πόλεμος. Οι Σπαρτιάτες αρχικά επανέφεραν την πόλη στην προηγούμενη κατάστασή της αλλά με νέα παρέμβαση των Αθηναίων, η πόλη αποδόθηκε πάλι στους Φωκείς. Οι Φωκείς διατήρησαν τον έλεγχο του μαντείου μέχρι το 421 π.Χ. Τη χρονιά αυτή η πόλη των Δελφών ανεξαρτητοποιήθηκε και πάλι ως συνέπεια της Νικίειου Ειρήνης. Το 356 π.Χ. οι Φωκείς κατέλαβαν τους Δελφούς, όταν το Αμφικτιονικό Συνέδριο, που ελεγχόταν τότε από τη Θήβα, τους επέβαλλε ένα βαρύ πρόστιμο. Το γεγονός αυτό οδήγησε στο ξέσπασμα του Γ' Ιερού Πολέμου. Κατά τη διάρκεια αυτού του πολέμου λεηλατήθηκαν όλοι οι θησαυροί των Δελφών για να χρηματοδοτηθεί ο στρατός των Φωκέων. Οι Φωκείς τελικά ηττήθηκαν δέκα χρόνια μετά, με επέμβαση του Φιλίππου, και οι Δελφοί πέρασαν πάλι στον έλεγχο της Δελφικής Αμφικτυονίας που, πλέον, ελεγχόταν από τους Μακεδόνες. O Δ' Ιερός Πόλεμος ξέσπασε το 339 π.Χ. στον οποίο αναμείχθηκαν οι Λοκροί της Άμφισσας και οδήγησε τελικά στην επέμβαση του Φιλίππου στη νότια Ελλάδα.

 

Κατά τον 3ο αι. π.Χ. οι Δελφοί πέρασαν στον έλεγχο της νέας δύναμης που αναδείχτηκε στην νότια Ελλάδα, της Αιτωλικής Συμπολιτείας. Οι Αιτωλοί κατέλαβαν το ιερό το 290 π.Χ. Λίγα χρόνια μετά, το 279 π.Χ., η πόλη των Δελφών βρέθηκε σε κίνδυνο από την επιδρομή των Γαλατών στον ελλαδικό χώρο. Την επιδρομή αυτή αντιμετώπισαν με επιτυχία οι Αιτωλοί και προστάτευσαν το ιερό. Η πόλη συνέχισε να ευδοκιμεί και να πλουτίζει σε δώρα και αφιερώματα και κατά τη διάρκεια αυτού του αιώνα. Τα περισσότερα αφιερώματα αυτής της περιόδους προέρχονται από τις πόλεις της Αιτωλικής Συμπολιτείας.

 

Το 190 π.Χ. οι Ρωμαίοι αφαίρεσαν από τους Αιτωλούς την κυριαρχία στο μαντείο των Δελφών. Λίγα χρόνια μετά, το 168 π.Χ. οι Δελφοί πέρασαν σε ρωμαϊκή κυριαρχία. Κατά τη διάρκεια των Μιθριδατικών πολέμων οι Δελφοί λεηλατήθηκαν από τον Ρωμαίο στρατηγό Σύλλα το 86 π.Χ., ο οποίος απαίτησε και πέτυχε να του παραχωρηθούν τα πολύτιμα μετάλλινα αναθήματα του ναού. Το 83 π.Χ., οι Μαίδοι, θρακικό φύλο, πραγματοποίησαν επιδρομή στους Δελφούς, πυρπόλησαν το ναό, λεηλάτησαν το ιερό και έκλεψαν το «άσβεστο πυρ» από το βωμό. Στη διάρκεια αυτής της επιδρομής, ένα μέρος της στέγης του ιερού ναού κατέρρευσε.

 

Στη διάρκεια των πρώτων χριστιανικών χρόνων το Μαντείο των Δελφών είχε πια παρακμάσει. Στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος των λιγοστών πλέον επισκεπτών δεν ήταν τόσο η θρησκευτική πίστη και η ανάγκη προσκύνησης, όσο το να θαυμάσουν τα πλούσια και επιβλητικά καλλιτεχνικά αρχιτεκτονήματα του χώρου. Σχετική άνθηση του μαντείου παρατηρήθηκε ξανά επί αυτοκράτορα Αδριανού, ο οποίος φαίνεται πως επισκέφθηκε το μαντείο δύο φορές. Η περίοδος παρακμής συνεχίζεται όμως στα χρόνια του Μεγάλου Κωνσταντίνου, και του Κωνσταντίνου Β’. Η πτώση της δημοτικότητας του μαντείου δεν είναι άσχετη με το γεγονός ότι όλα σχεδόν τα κτίρια είχαν καταρρεύσει.

 

Η προσπάθεια του αυτοκράτορα Ιουλιανού του Παραβάτη να αναβιώσει τον αρχαίο κόσμο και μαζί του την ειδωλολατρική θρησκεία αποδείχτηκε ανεπιτυχής. Ο γιατρός Ορειβάσιος που στάλθηκε από τον αυτοκράτορα για να ζητήσει χρησμό, πήρε μια αποκαρδιωτική απάντηση από το Μαντείο. Του ζητήθηκε να διαμηνύσει στον αυτοκράτορα πως το πολυτελές ανάκτορο του Φοίβου είχε καταρρεύσει, και πως είχε χαθεί και είχε σβήσει οριστικά η μαντική του δύναμη. Από τότε το μαντείο έχασε την παλιά του αίγλη και ακτινοβολία. Εξακολούθησε να υπάρχει τυπικά μερικά χρόνια ακόμη, ώσπου το 394, ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος ο Μέγας, με διάταγμά του, το έκλεισε δια παντός, μαζί με τα άλλα ειδωλολατρικά ιδρύματα για να μην πλήττουν τη διάδοση της χριστιανικής πίστης.

 

Με την επικράτηση του Χριστιανισμού, οι Δελφοί έγιναν έδρα Επισκοπής, αλλά εγκαταλείφθηκαν στις αρχές του 7ου αι. μ.Χ., κατά την περίοδο των Σλαβικών επιδρομών. Ο χρόνος και οι φυσικές καταστροφές συμπλήρωσαν το κάδρο της ερήμωσης του τόπου, και στη θέση των ερειπίων του ιδρύθηκε το μικρό και άσημο χωριό Καστρί.

 


Ο ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΩΡΟΣ ΤΩΝ ΔΕΛΦΩΝ

 

Ο αρχαιολογικός τόπος είχε κατοικηθεί από το χωριό Καστρί, ήδη από τον Μεσαίωνα. Οι κάτοικοι είχαν χρησιμοποιήσει τους μαρμάρινους κίονες και κατασκευές ως δοκούς στήριξης και οροφές για τα πρόχειρα σπίτια τους, συνηθισμένο τρόπο ανοικοδόμησης πόλεων, εν όλω ή εν μέρει κατεστραμμένων, ιδιαίτερα μετά το σεισμό του 1580, που ισοπέδωσε αρκετά χωριά στη Φωκίδα. Ήταν αναγκαίο να μετακινηθεί το χωριό ώστε να μπορέσουν να γίνουν οι ανασκαφές, κάτι όμως που αρνούνταν οι κάτοικοι. Η ευκαιρία να μετατοπισθεί το χωριό δόθηκε όταν αυτό καταστράφηκε μερικώς από σεισμό και οι κάτοικοι έδωσαν τον αρχαιολογικό χώρο με αντάλλαγμα ένα νέο χωριό. Το 1893 η Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή αφαίρεσε σημαντική ποσότητα εδάφους από πολυάριθμα σημεία, έτσι ώστε τα σημαντικά κτήρια του ιερού του Απόλλωνα, όπως επίσης και χιλιάδες αντικειμένων, επιγραφών και γλυπτών να έρθουν στην επιφάνεια.

 

Τέσσερις περιοχές του χώρου αναστηλώθηκαν περισσότερο ή λιγότερο. Ο Θησαυρός των Αθηναίων αναστηλώθηκε ολόκληρος λόγω του πλήθους των αυθεντικών αρχαίων αντικειμένων που βρέθηκαν από τη γαλλική ομάδα, υπό τη χορηγία του Δήμου Αθηναίων. Ο Βωμός των Χιωτών αναστηλώθηκε το 1959 από την Ελληνική Αρχαιολογική Υπηρεσία. Η Θόλος και ο Ναός του Απόλλωνα υπέστησαν μικρές αναστηλώσεις.

 


Από τη Wikipedia - Δελφοί Φωκίδας
Από τη Wikipedia - Δελφοί

 

-------------

 

Επισκεφθείτε τον νέο ιστοχώρο της Εφορείας Αρχαιοτήτων Φωκίδας ΨΗΦΙΑΚΟΙ ΔΕΛΦΟΙ